Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

lack of awareness


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο awareness παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: lack | of
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
awareness n(cognizance)επίγνωση ουσ θηλ
  αντίληψη ουσ θηλ
  συναίσθηση ουσ θηλ
 (καθομιλουμένη)το ότι ξέρω κτ, το ότι αντιλαμβάνομαι κτ περίφρ
 His awareness of the positions of his fellow players made him a great basketball player.
 Η επίγνωση των θέσεων των συμπαιχτών του, τον έκανε σπουδαίο μπασκετμπολίστα.
awareness n(knowledge)γνώση ουσ θηλ
 Her awareness of accounting rules made her a great accountant.
 Η γνώση των λογιστικών κανόνων την κατέστησε σπουδαία λογίστρια.
awareness n(public understanding)ευαισθητοποίηση ουσ θηλ
  ενημέρωση ουσ θηλ
  γνώση ουσ θηλ
 The campaign aims to increase awareness of this rare disease.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
brand awareness n(marketing: product recognition)αναγνωρισιμότητα του ονόματος, αναγνωρισιμότητα της μάρκας περίφρ
  αναγνωρισιμότητα του brand περίφρ
 (ζαργκόν)brand awareness
  επίγνωση του ονόματος, επίγνωση της μάρκας, επίγνωση του brand περίφρ
 Companies pay to have their names on athletes' uniforms in order to promote brand awareness.
 Teenagers often have better brand awareness than adults.
 Οι εταιρείες πληρώνουν για να μπαίνει το όνομά τους σε στολές αθλητών ώστε να προωθούν την αναγνωρισιμότητα του ονόματός τους.
 Οι έφηβοι έχουν συχνά καλύτερη επίγνωση των brand σε σχέση με τους ενήλικες.
cultural awareness n(sensitivity to social differences)πολιτισμική συνείδηση επίθ + ουσ θηλ
 (μεγαλύτερη κατανόηση)πολιτισμική ευαισθητοποίηση επίθ + ουσ θηλ
 Living in a new culture increases your cultural awareness of both your new culture and your old one.
environmental awareness n(concern for natural environment)περιβαλλοντική αφύπνιση ουσ θηλ
 The first step towards conservation is promoting environmental awareness.
global awareness n(worldwide notice)παγκόσμια ευαισθητοποίηση επίθ + ουσ θηλ
  παγκόσμια συνειδητοποίηση επίθ + ουσ θηλ
phonological awareness n(understanding of speech structure) (γλωσσολογία)φωνολογική επίγνωση, φωνολογική ενημερότητα φρ ως ουσ θηλ
raise awareness v expr(increase public understanding) (γνώση)ενημερώνω ρ μ
 (ενδιαφέρον)ευαισθητοποιώ ρ μ
 Little is known about this disease, so I am making a film to raise awareness.
 Η ασθένεια αυτή είναι ελάχιστα γνωστή και έτσι θα κάνω μια ταινία για να ευαισθητοποιήσω τον κόσμο.
raise awareness of [sth] v expr(increase understanding of [sth](γνώση)ενημερώνω κπ για κτ ρ μ + πρόθ
 (ενδιαφέρον)ευαισθητοποιώ κπ για κτ ρ μ + πρόθ
 People are wearing wristbands this month to raise awareness of mental health issues.
self-awareness n(understanding of yourself)αυτεπίγνωση ουσ θηλ
 Self-awareness and meditation are central to Buddhism.
unaided awareness n(brand affinity) (μάρκετινγκ)αυθόρµητη αναγνωρισιµότητα φρ ως ουσ θηλ
 The company carried out a survey to measure unaided awareness of popular brands of shampoo.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lack of awareness' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lack of awareness στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «lack of awareness».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!